«Γόρδιος δεσμός» ο σταθμός Βενιζέλου

Μακεδονία, 17.02.2013

Αδιέξοδο ή κάποιος από όσους παίρνουν αποφάσεις θα πρέπει να λύσει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, τον «Γόρδιο δεσμό» που ονομάζεται σταθμός Βενιζέλου του μετρό Θεσσαλονίκης; Έχει βεβαίως δοθεί η έγκριση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου για τη μετακίνηση των αναμφισβήτητα σημαντικών ευρημάτων.

Όμως έχει παράλληλα ενταθεί η κινητοποίηση όσων -και είναι πολλοί- πιστεύουν ότι πρέπει να παραμείνουν ως αδιάσπαστη ενότητα στο σημείο όπου εντοπίσθηκαν κατά τις εργασίες εκσκαφής του νέου σταθμού. Ακόμη, από την πλευρά τής Αττικό Μετρό δηλώνεται ότι «κατάργηση του σταθμού Βενιζέλου συνεπάγεται ορατό κίνδυνο καταγγελίας της σύμβασης» και άρα «οριστικού σταματήματος του έργου», ενώ η κόπωση των κατοίκων της πόλης από την πολυετή καθυστέρηση ολοκλήρωσης του έργου την αντιλαμβάνονται πλέον όλοι. Άρα τι μπορεί να συμβεί; Και ενώ αναμένεται συνάντηση εκπροσώπων των παραγωγικών φορέων της Θεσσαλονίκης με τη διοίκηση της Αττικό Μετρό και της κυβέρνησης, και ενώ αναμένεται και άλλη μια επίσκεψη πανεπιστημιακών στον χώρο της ανασκαφής, αναζητήσαμε τις γνώμες επιστημόνων, οι οποίοι κρίνουν από τη σκοπιά τους την αναμφισβήτητα δύσκολη κατάσταση που έχει προκύψει.

Πολυξένη Αδάμ-Βελένη
Με πολύχρονη εμπειρία σε ανασκαφές, έχοντας νιώσει τη μαγική στιγμή της ανακάλυψης ενός ίχνους του παρελθόντος, και τώρα διευθύντρια του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης, η Πολυξένη Αδάμ-Βελένη σε κείμενό της εκφράζει τις απόψεις της για το θέμα των ευρημάτων στον σταθμό Βενιζέλου.

«Το αρχιτεκτονικό σύνολο που ήρθε στο φως κατά την κατασκευή του σταθμού του μετρό στη Βενιζέλου είναι ένα μοναδικό και εξαιρετικής διατήρησης κομμάτι της βυζαντινής (και ρωμαϊκής) Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για την περίφημη από τις πηγές Μέση οδό των Βυζαντινών, της κεντρικής λεωφόρου της πόλης για πολλούς αιώνες και μέχρι τις μέρες μας. Στο σημείο του σταθμού μάλιστα βρέθηκε και ο κάθετος δρόμος προς τη θάλασσα (η σημερινή Βενιζέλου).
Το σταυροδρόμι αυτό σηματοδοτούνταν με ένα κτιστό τετράπυλο στον τύπο του Τόξου του Γαλέριου (Καμάρα). Η Μέση οδός αποκαλύφτηκε σε μήκος περί τα 76 μέτρα, σε όλο της το πλάτος και με τμήματα των δημόσιων (κυρίως) και ιδιωτικών οικοδομημάτων στις δύο πλευρές του, στις οικοδομικές νησίδες που αναπτύσσονται εκατέρων του δρόμου μετά τα ρείθρα του και έναν τεράστιο κεντρικό αποχετευτικό αγωγό.
Σύμφωνα με τους ανασκαφείς, το αποκαλυφθέν αρχιτεκτονικό σύνολο χρονολογείται από τον 6ο μέχρι τον 12ο αιώνα μ.Χ., με τη βεβαιότητα ότι ο δρόμος ανάγεται και σε παλαιότερη εποχή, στον 4ο αιώνα. Το αρχιτεκτονικό σύνολο είναι το σπουδαιότερο τμήμα της βυζαντινής πόλης, η καρδιά της, οι δύο κεντρικοί της οδικοί άξονες. Φυσικά, ως κτιστά μνημεία αποτελούν αμετακίνητες αρχαιότητες. Τα μνημεία, και ειδικά οι δρόμοι, λειτουργούν πάντοτε ως τοπόσημα και κάθε μετακίνησή τους καταστρέφει διά παντός αυτόν τον χαρακτήρα τους.
Ο σταθμός του μετρό θα πρέπει να επασχεδιαστεί με δεδομένες τις αρχαιότητες στη θέση τους, έτσι ώστε η Θεσσαλονίκη να αποκτήσει έναν παγκοσμίως μοναδικό σταθμό μετρό, που θα προκαλεί το ενδιαφέρον των πολιτών και των επισκεπτών της και θα λειτουργεί ως πόλος έλξης για επίσκεψη στη Θεσσαλονίκη. Η πόλη μπορεί, έτσι, να αποκτήσει τον χαρακτήρα και τη φυσιογνωμία που επί πολλές δεκαετίες αναζητά και δεν μπορεί να προσδιορίσει: να κατεβαίνει τα επίπεδα των αιώνων της ιστορίας της και από το επίπεδο της βυζαντινής πόλης να επιβιβάζεται στον συρμό.
Εάν γίνει σωστός επανασχεδιασμός, οι αρχαιότητες σε καμία περίπτωση δεν θα αποτελέσουν εμπόδιο στην κατασκευή του σταθμού, αντιθέτως ο σταθμός μπορεί να τις αξιοποιήσει, για να γίνει ένας εντελώς ξεχωριστός διεθνώς. Αρκεί να υπάρχει διάθεση για την καλύτερη δυνατή λύση για το μέλλον της σε συνύπαρξη με το ένδοξο παρελθόν της. Το εύρημα αυτό δεν αφορά τους αρχαιολόγους, οι οποίοι εντέλει έχουν ήδη συγκεντρώσει τα επιστημονικά τεκμήρια και τις πληροφορίες για το εύρημα. Αφορά τους Θεσσαλονικείς και τις επιλογές ποιότητας για τη ζωή τους και την πορεία της πόλης τους στο μέλλον. Αυτό το αρχιτεκτονικό σύνολο της βυζαντινής πόλης ανήκει στους Θεσσαλονικείς και από αυτούς θα πρέπει να διασωθεί».

Τάσος Κωτσιόπουλος
Καθηγητής στο τμήμα Αρχιτεκτόνων της Πολυτεχνικής σχολής, ο Τάσος Κωτσιόπουλος θεωρεί πως το ενδεχόμενο απομάκρυνσης των ευρημάτων από το σημείο όπου εντοπίσθηκαν θα αποτελέσει άλλη μια χαμένη ευκαιρία για τη Θεσσαλονίκη.

«Θα πάνε σε έναν χώρο όχι πιθανώς εύκολα επισκέψιμο, άρα δεν θα είναι και τόσο δημοφιλή, αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι χάνουμε μια ευκαιρία να υπάρχει ένα επιτόπου μουσείο. Μόνο η πλατεία Ναυαρίνου προσφέρει μια θέαση του ιστορικού παρελθόντος της Θεσσαλονίκης, αφού το θάψαμε με τις πολυκατοικίες και ίσως η κατάσταση να ήταν διαφορετική εάν το ξέραμε ή αντιμετωπίζαμε διαφορετικά το θέμα στη δεκαετία του ’50 ή και νωρίτερα. Ίσως τότε να είχαμε ένα περιβάλλον αστικό όπως της Ρώμης».
Βεβαίως, αναγνωρίζει και το ότι υπάρχει ο κίνδυνος καθυστέρησης του έργου. «Τεχνικά δεν είναι εύκολο να γίνει. Επιπλέον, υπάρχει η αντίδραση του κόσμου για τις συνεχείς αναβολές ολοκλήρωσης του έργου».

Γιώργος Βελένης
Με τη διπλή ιδιότητα του αρχιτέκτονα και του αρχαιολόγου, ο Γιώργος Βελένης, ομότιμος καθηγητής του τμήματος Ιστορίας-Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, έχει εξετάσει τα πιθανά σενάρια.

«Δεν συντρέχει λόγος αλλαγής της γραμμής. Τα ευρήματα μπορούν και πρέπει να παραμείνουν στη θέση τους και αυτό μπορεί, εξ όσων γνωρίζω, να γίνει είτε με κατάργηση του σταθμού είτε με συνύπαρξη, η οποία προϋποθέτει ένα κόστος αλλά έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα. Μπορεί να γίνει ένας σταθμός εξαιρετικά ενδιαφέρων με τα αρχαία ευρήματα ορατά στους επισκέπτες». Ως αρχαιολόγος ειδικευμένος στη βυζαντινή αρχαιολογία και αρχιτεκτονική πιστεύει απόλυτα πως τα ευρήματα της ανασκαφής πρέπει να παραμείνουν στη θέση τους και διαφωνεί με ενδεχόμενο μετακίνησής τους σε άλλη θέση. «Κακώς μεταφέρθηκαν και τα ευρήματα του σταθμού Αγίας Σοφίας. Έχουν τη αξία τους γιατί βρίσκονται στο συγκεκριμένο σημείο με τον αρχαίο δρόμο και τον σημερινό σε επαλληλία. Εάν τα πάνε αλλού, ποιος θα πηγαίνει να τα δει και άλλωστε ποιο θα είναι το νόημά τους εάν μεταφερθούν; Θα ήταν τουλάχιστον γραφικό. Ο επισκέπτης θέλει να τα δει στη θέση τους». Τα ευρήματα τα θεωρεί πολύ σημαντικά και από επιστημονική άποψη αφού, όπως αναφέρει, «δείχνουν αφενός τη διαχρονικότητα της πόλης αλλά προσθέτουν πολλά και στις γνώσεις μας. Πρόκειται για τον βασικό δρόμο της βυζαντινής πόλης από τα παλαιοχριστιανικά χρόνια έως και τον 10ο αιώνα και μάλιστα στους λεγόμενους σκοτεινούς χρόνους. Η διατήρηση του δρόμου που συνοδεύεται από ένα τετράπυλο, αντίστοιχο της Καμάρας, αλλά βέβαια κατεστραμμένο και μιας διεύρυνσης που ενέχει θέση πλατείας προσθέτουν πολλά στην Ιστορία της Αρχιτεκτονικής και συμπληρώνουν κενά που είχαμε για εκείνη την περίοδο».
Ο κ. Βελένης θέτει μετά τον εντοπισμό των ευρημάτων το θέμα αλλαγής της μελέτης για τον συγκεκριμένο σταθμό: «θα πρέπει να γίνει λαμβάνοντας υπόψη τα νέα δεδομένα και έτσι πέρα από την αρχιτεκτονική, ηλεκτρομηχανολογική κτλ. να προβλέπει και τη δυνατότητα θέασης του αντικειμένου από τους διερχόμενους. Φανταστείτε να περνάτε ως πεζός από το μικρό παρκάκι στο Μπεζεστένι, να κατεβαίνετε κάτω, να μπαίνετε σε μια γέφυρα και να βγαίνετε απέναντι, χωρίς να πρέπει να διασχίσετε την Εγνατία. Ο νέος σχεδιασμός μπορεί να δώσει πολλές λύσεις και σε άλλα προβλήματα κυκλοφορίας».
Αλλά εν τω μεταξύ οι συνεχείς καθυστερήσεις ολοκλήρωσης έχουν προκαλέσει τις αντιδράσεις καταστηματαρχών, οδηγών, πεζών. Η όποια αλλαγή σημαίνει επιπλέον καθυστέρηση και αύξηση του κόστους, που πληρώνει συνολικά η κοινωνία.
«Αλίμονο εάν φθάσουμε στο σημείο η τοπική κοινωνία να θυσιάζει τέτοιας ποιότητας αρχαιολογικά ευρήματα για την ταλαιπωρία που υφίσταται. Επαναλαμβάνω ότι το σημείο έχει πάρα πολλές δυνατότητες να γίνει κάτι μοναδικό στον κόσμο, που θα τραβήξει το ενδιαφέρον του διεθνούς κοινού. Θα πρέπει να γίνει ένας ανοικτός και όχι κλειστός ελεγχόμενος αρχαιολογικός χώρος, ώστε ο διαβάτης να τον βλέπει».

Χρήστος Ιγνατάκης
Καθηγητής στο τμήμα Πολιτικών Μηχανικών της Πολυτεχνικής σχολής και στο διατμηματικό μεταπτυχιακό πρόγραμμα για την προστασία, συντήρηση και αποκατάσταση μνημείων Πολιτισμού, ο Χρήστος Ιγνατάκης δίνει μια σαφή εικόνα για το μέγεθος του προβλήματος που δημιούργησε η ανακάλυψη κατά τις εκσκαφές του σταθμού του μετρό.

«Το εύρημα καταρχήν έχει διαστάσεις- απ’ ό,τι ξέρω, 80 επί 20 μέτρα, δηλαδή η συνολική του έκταση είναι 1.600 τ.μ. Εάν διατηρηθεί ως έχει στο επίπεδο που βρέθηκε, δημιουργεί τεράστια προβλήματα διελεύσεων προς τα κατώτερα επίπεδα του σταθμού λόγω του βάρους του. Και αυτό διότι για να διατηρηθεί σε υγιή κατάσταση θα πρέπει να διατηρηθεί κάτω από εύρημα και χώμα αρκετού πάχους, διότι εάν το υποσκάψεις, θα γκρεμιστεί. Ας έχουμε υπόψη πως δεν βρέθηκαν μόνο τα ίχνη της Εγνατίας οδού, αλλά τοίχοι δεξιά και αριστερά και θεμελιώσεις ενός τετράπυλου. Όλα αυτά είναι βαριές, ογκώδεις κατασκευές σε μικρό μεν ύψος, αλλά εάν τα υποσκάψεις, θα διαλυθούν. Επομένως είναι ένα πραγματικά δύσκολο εγχείρημα».
Όμως όλοι επαναλαμβάνουν πως η τεχνολογία έχει προοδεύσει, ότι υπάρχουν πλέον οι δυνατότητες να βρεθεί μια λύση.
«Ναι βεβαίως, αλλά υπάρχει καταρχήν το οικονομικό θέμα και το θέμα του χρόνου. Ειδικά το πρώτο και στις μέρες είναι το πιο σημαντικό».
Πάντως όπως εξηγεί ο κ. Ιγνατάκης, είχε ληφθεί μέριμνα για τη σωτηρία τυχόν ευρημάτων κατά τις εκσκαφές για την κατασκευή των σταθμών του μετρό.
«Οι γραμμές κατασκευάσθηκαν σε πολύ μεγάλο βάθος. Κατέβηκαν στα 30 μέτρα τα τούνελ που έχουν πλέον ολοκληρωθεί. Αυτό έγινε, επειδή ο μετροπόντικας ‘μασάει’ ό,τι έβρισκε μπροστά του. Όμως το μεγάλο βάθος των γραμμών σημαίνει ότι υπάρχει πρόβλημα καθόδου από την είσοδο του σταθμού ώς τις γραμμές, δηλαδή απαιτούνται αλλεπάλληλες κυλιόμενες σκάλες, για να κατεβαίνει ο επιβάτης στα διάφορα επίπεδα. Αυτές προβλέπονται στον σχεδιασμό. Εν τω μεταξύ, οι αρχαιολόγοι θεωρούν πολύ πιθανόν να βρεθούν κάτω από τη βυζαντινή οδό που βρίσκεται σε βάθος 6 μέτρων, στα 10 μέτρα για παράδειγμα, και ευρήματα παλαιότερων εποχών. Άρα, η συγκράτηση των υπαρχόντων ευρημάτων μπορεί να αποδειχθεί ανέφικτη, αφού υποσκάβοντας θα βρεθεί κάτι άλλο. Απορρίφθηκε και η πρόταση για διατήρηση μέρους της ανασκαφής, αφού χάνεται η ολότητα του ευρήματος».
Συζητήθηκε και η κατάργηση του σταθμού της Βενιζέλου, αλλά αυτό το ενδεχόμενο απορρίφθηκε.
«Δεν τη δέχεται η Αττικό Μετρό και θα ζητήσει αποζημιώσεις, τις οποίες δεν θα πληρώσουν οι χρηματοδοτικοί φορείς της και άρα θα πρέπει να βγουν από τον κρατικό κορβανά που είναι άδειος. Θα ήταν βεβαίως μια ριζική λύση του προβλήματος, αφού για λόγους που δεν γνωρίζω οι σταθμοί βρίσκονται και σε πολύ κοντινές αποστάσεις. Εν πάση περιπτώσει, η σύμβαση είναι δεδομένη».
Μαζί με άλλους συναδέλφους του, ο Χρήστος Ιγνατιάδης προγραμματίζει μια επιτόπια επίσκεψη για μελέτη του σταθμού. Όμως αναρωτιέται τι θα συμβεί εάν πέρα από το έκτασης 1,5 στρέμματος ευρήματος ζητηθεί η επέκταση της ανασκαφής.

Κωνσταντίνος Ζέρβας
Είναι πολιτικός μηχανικός, αλλά έχει και τη διπλή ιδιότητα του αντιδημάρχου Ποιότητας Ζωής και του μέλους του δ.σ. της Αττικό Μετρό. Η άποψή του έχει ενδιαφέρον.
 
«Επιμένω ότι σεβόμαστε τα ευρήματα. Η μεταφορά τους θα γίνει με κάθε επιμέλεια ώς την τελική τοποθέτηση σε χώρο που θα επιλεγεί, όπως αναφέρει και η απόφαση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου. Όμως θεωρώ ότι είναι πολύ σημαντική η ολοκλήρωση του μετρό και του κρίσιμου σταθμού της Βενιζέλου. Και ας το έχουν υπόψη τους όσοι διαφωνούν ότι εάν μπλοκάρει η κατασκευή του σταθμού, θα σταματήσει και η ανασκαφή. Άλλωστε, το ΚΑΣ ψήφισε 17-0 για τη μεταφορά, με εισηγήσεις που έκαναν αρχαιολόγοι, με αποφάσεις που πήραν αρχαιολόγοι και όχι κάποιοι τεχνικοί. Σε αντίθεση με τον σταθμό Αγίας Σοφίας που έχει μόνο ένα μείον επίπεδο, της Βενιζέλου έχει τέσσερα και επιπλέον φρεάτια εξαερισμού, εξόδους κινδύνου, συστήματα έλξης κτλ. Δεν είναι το μετρό κομπολόι που κι αν χάσεις μια χάντρα μπορείς να δουλεύεις με τις υπόλοιπες. Κάθε σταθμός είναι σαν ένα όργανο του ανθρώπινου σώματος».
Ο κ. Ζέρβας ελπίζει να επικρατήσει τελικά η ορθή κρίση και προσθέτει «μας λένε να βάλουμε τζάμ,ι για να τα βλέπει ο κόσμος. Αυτό έγινε στο Σιντριβάνι, μετά την απόφαση του ΕΚΑΣ και υποχρεώθηκε η εταιρεία να απαλλοτριώσει άλλο κομμάτι γης, προκειμένου να διατηρηθεί η βασιλική που βρέθηκε εκεί. Για να γίνει αυτό στη Βενιζέλου, θα πρέπει να γίνουν απαλλοτριώσεις πολυκατοικιών. Τα αρχαία δεν γίνεται να μείνουν εκεί και όσοι επιμένουν, βάζουν ταφόπλακα και στα αρχαία και στο μετρό».

 

Share/Bookmark
Leave a Comment