Δ. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΥ «Πρέπει να καθίσουμε όλοι μαζί στο τραπέζι»

Μακεδονία, 10.03.2013

Της Κυριακής Τσολάκη

Τι κάνει τα βυζαντινά αρχαία του σταθμού «Βενιζέλου» στο υπό κατασκευή μετρό της Θεσσαλονίκης τόσο μοναδικά, ώστε οι αρχαιολόγοι να διαφωνούν με τη μεταφορά τους στο Στρατόπεδο Παύλου Μελά, που βρίσκεται στα δυτικά της πόλης; Τις απαντήσεις δίνει στη «ΜτΚ» η διευθύντρια της 9ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, Δέσποινα Μακροπούλου.
 

Έκτακτη συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου Θεσσαλονίκης, συγκέντρωση πολλών υπογραφών, επιστολές διαμαρτυρίας στον Τύπο και ανακοινώσεις επί ανακοινώσεων. Η γνωμοδότηση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου (ΚΑΣ) να μετακινηθούν τα ευρήματα του σταθμού «Βενιζέλου» του μετρό στο στρατόπεδο Παύλου Μελά ξεσήκωσε τις αντιδράσεις μεγάλου μέρους πολιτών, αλλά και των αρχαιολόγων. Οι τελευταίοι μιλούν για σπάνιας αξίας θησαυρό, ο οποίος είναι αδύνατο να αποσπαστεί και να επανατοποθετηθεί αυτούσιος. «Ακόμη κι αν αυτό μπορούσε να συμβεί επιτυχώς, η ιστορική σημασία του συνόλου αυτού θα είχε απολεσθεί», εξηγεί στη «ΜτΚ» η προϊσταμένη της 9ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, Δέσποινα Μακροπούλου.

ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟΙ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ
Μια τέτοια κίνηση φαίνεται αρχικά να προσκρούει σε «ιδεολογικούς» λόγους. «Δρόμοι με τα κτίριά τους δεν μπορούν να υφίστανται οπουδήποτε αλλού πέρα από το σημείο που γεννήθηκαν. Ένας δρόμος είναι κομμάτι του πολεοδομικού σχεδιασμού μιας πόλης και δεν είναι αυτούσιο κτίριο που μπορεί να μεταφερθεί. Σε οποιαδήποτε άλλη θέση ο δρόμος παύει να είναι δρόμος και ακυρώνεται η σημασία του», λέει η αρχαιολόγος.   
Πέρα από αυτήν την επιχειρηματολογία όμως, η εφαρμογή της ιδέας για τη μετακίνηση των αρχαίων της «Βενιζέλου» δείχνει αδύνατη και για πρακτικές αιτίες, καθώς στην περίπτωση αυτή δεν διασφαλίζονται, όπως υποστηρίζει η κ. Μακροπούλου, οι κατάλληλες προϋποθέσεις για την τοποθέτηση στο στρατόπεδο Παύλου Μελά. «Το ζήτημα της μεταφοράς αρχαίου είναι θεμιτό και προβλέπεται από τον ίδιο τον αρχαιολογικό νόμο, αλλά με προϋπόθεση τις απαραίτητες εγγυήσεις για τη μεταφορά και την επανατοποθέτησή του σε κατάλληλο μέρος. Στην περίπτωσή μας έχουμε μεν εγγυήσεις, καθώς η απόσπαση δεν θα ξεκινήσει πριν το παραχωρητήριο του τόπου μεταφοράς, όμως η επανατοποθέτηση δεν εξασφαλίζεται, καθώς η μελέτη για την επανέκδοση δεν θεωρείται προαπαιτούμενο της απόσπασης, ενώ η χρηματοδότηση για την ανάδειξη κινείται ακόμη στη σφαίρα των ιδεών», τονίζει η κ. Μακροπούλου.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΑΤΟΥΛΗ
Ανατρέχοντας πάντως σε μια άλλη υπουργική απόφαση, αυτήν του Πέτρου Τατούλη το 2004, μπορεί κανείς να διαγνώσει ξεκάθαρα τι είναι εφικτό να μετακινηθεί σε περίπτωση ανακάλυψης αρχαίων στον συγκεκριμένο σταθμό του μετρό, αφού η απόφαση εκείνη φαίνεται να το προβλέπει πολύ καιρό πριν καν ξεκινήσει η σωστική ανασκαφή. «Συγκεκριμένα, για τον σταθμό της Βενιζέλου αναφέρεται ότι είναι πιθανή η αποκάλυψη δημοσίων κτισμάτων με σημαντικά αποτελέσματα για την ιστορία και την τοπιογραφία της πόλης. Εκείνη η απόφαση μιλάει για πιθανή απόσπαση μόνο επιμέρους αρχαιολογικών στοιχείων των ευρημάτων και τοποθέτησή τους σε επιλεγμένες θέσεις. Εδώ όμως, έχουμε να κάνουμε με δύο από τους σημαντικότερους δρόμους της αρχαίας πόλης της Θεσσαλονίκης που συνθέτουν ένα σύνολο, το οποίο μάλιστα εικονίζει ξεκάθαρα την ιστορία της πόλης».     

ΣΤΟΧΟΣ «Θέλουμε και τον σταθμό μας και τα αρχαία μας»
Για εκείνη, η συνύπαρξη αρχαίων και σταθμού είναι επιθυμία, αλλά και στόχος. «Θεωρώ όμως, ότι ροκανίζουμε ασκόπως το χρόνο», τονίζει.
«Θα έπρεπε, πολύ καιρό πριν ξεκινήσουν όλα αυτά, να καθίσουμε όλοι μαζί στο τραπέζι -εκπρόσωποι της κατασκευάστριας εταιρείας, του δήμου, της πολιτείας και αρχαιολόγοι- ώστε να βρούμε μια από κοινού λύση ξεκινώντας πάντα από την κοινή παραδοχή, ότι θέλουμε και τον σταθμό μας και τα αρχαία μας», επισημαίνει η κ. Μακροπούλου.  
Άλλωστε, είναι γνωστό, ότι σε πολλές ευρωπαϊκές και μη χώρες, όπως η Βουλγαρία, η Γαλλία ή η Τουρκία (όπου αναμένεται το μετρό της Κωνσταντινούπολης) υπάρχουν αντίστοιχα παραδείγματα μιας τέτοιας συνύπαρξης. «Στο σύγχρονο μετρό της Σόφιας τμήματα της ρωμαϊκής Σαρδικής κρατήθηκαν», λέει η βυζαντινολόγος, προς επίρρωσην αυτού.
Περιγράφει δε, γιατί μια τέτοια συνύπαρξη θα ήταν μοναδική στα παγκόσμια χρονικά. «Θα αποζημίωνε υλικά και ηθικά τους κατοίκους αυτού του τόπου. Παράλληλα, θα αποδείκνυε σε όλο τον πλανήτη ότι η Ελλάδα ξέρει να τιμά την ιστορία της και θα ενίσχυε τη θέση της χώρας στη διεκδίκηση ελληνικών αρχαιοτήτων που βρίσκονται στο εξωτερικό».   
Αν κρίνουμε μάλιστα, από το γεγονός ότι και στο παρελθόν είχαμε παραδείγματα άρσης παρόμοιων αποφάσεων στη Θεσσαλονίκη, είναι πιθανό ένα ενδεχόμενο ψήφισμα του δημοτικού συμβουλίου να λειτουργήσει ανατρεπτικά ακόμη και για μια υπουργική απόφαση, δεδομένου μάλιστα, ότι στην τελευταία του επίσκεψη στη Θεσσαλονίκη, ο υφυπουργός ΠΕΘΠΑ αρμόδιος για θέματα Πολιτισμού, Κώστας Τζαβάρας τόνισε για το θέμα, ενώπιον του δημάρχου Γιάννη Μπουτάρη, πως «η πόλη θα αποφασίσει».  
Προς το παρόν πάντως, όπως αναφέρουν κάποιες πληροφορίες, μεταστράφηκε ήδη η γνώμη τεσσάρων μελών του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, που ετοιμάζονται να διαχωρίσουν τη θέση τους και να διαφοροποιηθούν ως προς την πρότερη γνωμοδότησή τους, ενώ το ένα μέλος εξ αυτών, η διευθύντρια αρχαιοτήτων Μαρία Βλαζάκη, έχει ήδη καταθέσει, εδώ και μέρες, στο αρμόδιο υπουργείο, αίτηση αναπομπής.

 

Share/Bookmark
Leave a Comment