ΜΕΤΡΟ 300 εκατ. ευρώ ή διακοπή εργασιών!

Μακεδονία, 04.04.2013

Του Φώτη Κουτσαμπάρη

Ο εκπρόσωπος της κοινοπραξίας που κατασκευάζει το έργο του μετρό Θεσσαλονίκης, Μιχάλης Σίμας, με τελευταία επιστολή του προς την Αττικό Μετρό Α.Ε., προειδοποιεί για διακοπή εκτέλεσης εργασιών εάν δεν αντιμετωπιστούν τα προβλήματα του έργου.

Τα προβλήματα, σύμφωνα με τον Μιχάλη Σίμα, «επέφεραν τεράστιες καθυστερήσεις στην κατασκευή του έργου και πλήρη αλλαγή των συνθηκών εκτέλεσης λόγω της παραβίασης ουσιωδών συμβατικών προβλέψεων που οδηγούν σε πλήρες αδιέξοδο και τελικά στην πιθανή διακοπή εκτέλεσης εργασιών». Η κοινοπραξία δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει το επιπλέον κόστος που απαιτείται με υπαιτιότητα των καθυστερήσεων και διεκδικεί επιπλέον πάνω από 300 εκατ. ευρώ, εξαιτίας αλλαγής του συμβατικού έργου.

Στις περιγραφές του, ο κ. Σίμας αναφέρεται στα προβλήματα κατασκευής του σταθμού της Ανάληψης όπου χρειάστηκε να γίνει επανασχεδιασμός και η Αττικό Μετρό ενέκρινε πρόσθετες εξωσυμβατικές εργασίες, τις οποίες όμως ακόμη δεν έχει συμβασιοποιήσει, αν και πέρασαν 19 μήνες. Έτσι, η κοινοπραξία είναι αναγκασμένη να εκτελεί εργασίες με προσωρινές τιμές, που δεν καλύπτουν το κόστος κατασκευής και προκαλούν υπέρμετρη οικονομική επιβάρυνση. Ο εκπρόσωπος της κοινοπραξίας επισημαίνει ότι όλος ο προγραμματισμός του έργου έχει ανατραπεί, λόγω προβλημάτων αρχαιολογίας και απαλλοτριώσεων, με υπαιτιότητα της Αττικό Μετρό, με συνέπεια να αυξηθεί το κόστος του έργου.
«Δεν μπορούμε άλλο να χρηματοδοτούμε τις εξωσυμβατικές εργασίες. Έχουμε πει ότι για να συνεχίσει το έργο, πρέπει οι μετροπόντικες να μεταφερθούν από την Ανάληψη στην Ελβετία και να ξεκινήσουν αντίστροφα την πορεία τους. Μας λέει η Αττικό Μετρό να αναλάβουμε εμείς το κόστος μεταφοράς, ενώ οι μετροπόντικες σταμάτησαν επειδή η Αττικό Μετρό δεν έκανε τις απαλλοτριώσεις στους σταθμούς Πατρικίου, Βούλγαρη και Νέα Ελβετία», αναφέρει στη «Μ» ο κ. Σίμας και υπογραμμίζει ότι «απαιτείται επιπλέον χρηματοδότηση του έργου, την οποία υπολογίζω στα 300 εκατ. ευρώ. Το δημόσιο πρέπει να δώσει λύση και να μη ρίχνει την ευθύνη στα δήθεν οικονομικά προβλήματα της κοινοπραξίας».
Στελέχη της Αττικό Μετρό ανέφεραν στη «Μ» ότι εξετάζονται οι απαιτήσεις της κοινοπραξίας και όσες είναι εύλογες θα ικανοποιηθούν στο πλαίσιο του νόμου και της σύμβασης.

Απόσπαση και επανατοποθέτηση των αρχαιοτήτων στο σταθμό της Βενιζέλου
Προσωρινή απόσπαση των αρχαιοτήτων, που αποκαλύφθηκαν στον σταθμό Βενιζέλου του μετρό Θεσσαλονίκης, ολοκλήρωση της κατασκευής, επανατοποθέτηση τουλάχιστον 85% των ευρημάτων και ανάδειξή τους στον φυσικό τους χώρο, προτείνει το Τμήμα Κεντρικής Μακεδονίας του ΤΕΕ.
Εκτός αυτών, η λύση του επιμελητηρίου για τη συνύπαρξη αρχαιοτήτων – σταθμού προβλέπει τη συνολική ανάπλαση της ευρύτερης περιοχής, στον άξονα της οδού Βενιζέλου, σε συνδυασμό με την αποκατάσταση και προβολή όλων των αρχαιολογικών ευρημάτων.
Η προτεινόμενη λύση, σύμφωνα με την οκταμελή διεπιστημονική ομάδα εργασίας του ΤΕΕ που ασχολήθηκε με το ζήτημα, έχει χαμηλό κόστος (από 6 έως 8 εκατ. ευρώ), ενώ αν γίνουν οι σωστές ενέργειες από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς θα υπάρξουν μηδενικές ή το πολύ ολιγόμηνες καθυστερήσεις στην πρόοδο του έργου. Από το σύνολο των αρχαιοτήτων, που καταλαμβάνουν 1.600 τ.μ., θα αφαιρεθούν μόνο 45 τ.μ., μη σημαντικών ευρημάτων, για τις διελεύσεις των αγωγών εξαερισμού και παροχών και για κυλιόμενες σκάλες. Στο πόρισμα επισημαίνεται η βασική παραδοχή ότι «ο σταθμός Βενιζέλου είναι ένας από τους βασικότερους του μετρό, λόγω της θέσης του στην καρδιά του κέντρου της Θεσσαλονίκης, γειτνιάζει με σημαντικά μνημεία (Αλκαζάρ, Μπεζεστένι, Αγορά Εμπράρ, Παλιό Δημαρχείο του Δελαδέτσιμα), ενώ προβλέπεται ότι θα εξυπηρετεί 85.000 επιβάτες ημερησίως το 2030. Κατά συνέπεια, η λύση που εξετάστηκε έπρεπε να περιλαμβάνει τη λειτουργία του σταθμού και όχι την κατάργησή του», όπως ανέφερε ο επικεφαλής της ομάδας Πάρις Μπίλλιας, μέλος της διοικούσας του ΤΕΕ/ΤΚΜ.
Η ομάδα προτείνει τον ενιαίο αστικό σχεδιασμό των συνδέσεων και του περιβάλλοντος χώρου του σταθμού Βενιζέλου (ο οποίος αναπτύσσεται σε έξι επίπεδα, πέντε υπόγεια και ένα στη στάθμη του εδάφους), με στόχο τη συνολική ανάπλαση της ευρύτερης περιοχής. «Στόχος είναι όχι μόνο η αντιμετώπιση του προβλήματος συνύπαρξης σταθμού και αρχαιοτήτων και της ανάδειξης του παλίμψηστου της Εγνατίας, αλλά και η δημιουργία ενός κομβικού σημείου αναφοράς, που θα λειτουργήσει ως καταλύτης για την περιοχή των οδών Βενιζέλου, Ίωνος Δραγούμη και Εγνατίας», σημείωσε ο κ. Μπίλλιας. Ουσιαστικά, η περιβαλλοντική ένταξη του αρχαίου δρόμου αποκτά νόημα σε μια ευρύτερη αστική σύνθεση, με τη μορφή υπόγειας πλατείας, που συνδέει τους παρακείμενους ανοιχτούς δρόμους και τα μνημεία.

«Ανοικτό μουσείο ιστορίας»
«Με τη λύση που προτείνεται μετατρέπεται ο σταθμός της Βενιζέλου σε ένα ανοιχτό μουσείο ιστορίας της πόλης», ανέφερε η καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης και Μουσειολογίας, τμήμα Αρχιτεκτόνων ΑΠΘ, Ματούλα Σκαλτσά, προσθέτοντας ότι «ο επιβάτης του μετρό Θεσσαλονίκης θα μπορεί να ανακαλύπτει κιναισθητικά τον χώρο κι όχι μόνο οπτικά, όπως γίνεται στο μετρό της Αθήνας. Οι αρχαιότητες είναι μέρος της λύσης κι όχι του προβλήματος για το μετρό».
Την εκτίμησή του ότι η λύση στην οποία κατέληξε η Ομάδα Εργασίας είναι η καλύτερη και θα προσφέρει πολλά στην πόλη της Θεσσαλονίκης (εφόσον υλοποιηθεί), εξέφρασε ο πρόεδρος της του ΤΕΕ/ΤΚΜ Τάσος Κονακλίδης. Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι «το ΤΕΕ/ΤΚΜ δεν θα καταστεί συμμέτοχο σε ενδεχόμενη καθυστέρηση κατασκευής του μετρό, καθώς τάσσεται ανεπιφύλακτα υπέρ της υλοποίησής του». Ο κ. Κονακλίδης επανέλαβε το αίτημα του Επιμελητηρίου για την ίδρυση στη Θεσσαλονίκη ανεξάρτητου φορέα, που θα εποπτεύει την κατασκευή του μετρό, φέροντας ως παράδειγμα το γεγονός ότι η Αττικό Μετρό απέστειλε τα σχέδια του σταθμού της Βενιζέλου 21 μέρες μετά το σχετικό αίτημα που κατέθεσε η Ομάδα Εργασίας, παρόλη τη διάθεση συνεργασίας τόσο από τη διεύθυνση της Αττικό Μετρό στη Θεσσαλονίκη όσο και από τον γ.γ. Δημοσίων Έργων Στράτο Σιμόπουλο.
Οι προτάσεις αστικού σχεδιασμού, που περιλαμβάνονται στη λύση της ομάδας εργασίας, παρουσιάστηκαν από το μέλος Νίκο Καλογήρου, καθηγητή της Πολυτεχνικής σχολής του ΑΠΘ και είναι: 1. Η ένταξη της πρώτης υπόγειας στάθμης του σταθμού του μετρό στον ευρύτερο δημόσιο χώρο αποκτά τον χαρακτήρα ενιαίου περάσματος – πλατείας. Στο σύνολο συμπεριλαμβάνονται οι ανοιχτοί χώροι της διασταύρωσης των οδών Εγνατίας – Βενιζέλου και τα μνημεία Μπεζεστένι – Χαμζά Μπέη. 2. Ο περιβαλλοντικός ανασχεδιασμός της περιοχής γίνεται με ήπια μέσα (φυτεύσεις, φιλικά προς το περιβάλλον υλικά, διατάξεις ηλιασμού-σκιασμού) και με την αξιοποίηση και επανάχρηση των ιστορικών κελυφών, καθώς και μεσοπολεμικών πολυώροφων κτιρίων. Η ανάδειξη και η σήμανση των εισόδων του σταθμού γίνεται με στέγαστρα και διατάξεις προστασίας των πεζών. Οι προτεινόμενες ήπιες διαμορφώσεις στην οδό Εγνατίας εξυπηρετούν τους πεζούς και παρέχουν φυγές προς τον υπόγειο αρχαιολογικό χώρο του μετρό. 3. Η ανάπλαση ολοκληρώνεται με τον συνολικό περιβαλλοντικό ανασχεδιασμό του άξονα των οδών Βενιζέλου και Δραγούμη. Περιλαμβάνονται διευρύνσεις πεζοδρομίων με παράλληλο στένεμα του οδοστρώματος σε Εγνατία και Βενιζέλου, ήπια κυκλοφορία, φυτεύσεις, διαδρομές σύνδεσης με μνημεία και σύνολα της ευρύτερης περιοχής. Μάλιστα, ο κ. Καλογήρου υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη λύση της Ομάδας Εργασίας θα μπορούσε να εφαρμοστεί και στον σταθμό της Αγίας Σοφίας.

Τεχνικά εφικτή λύση
«Καταρχήν εφικτή τεχνικά» χαρακτήρισε τη λύση της προσωρινής απόσπασης και επανατοποθέτησης των αρχαιοτήτων ο γενικός διευθυντής του μετρό Θεσσαλονίκης Γιώργος Κωνσταντινίδης, διευκρινίζοντας πάντως ότι θα απαιτηθεί περαιτέρω αναλυτική μελέτη και επεξεργασία, προκειμένου να ληφθούν συγκεκριμένες αποφάσεις. Δεσμεύτηκε ότι η Αττικό Μετρό θα «δει την πρόταση με σοβαρότητα και εφόσον προκριθεί και υπάρξουν αντίστοιχες αποφάσεις από τα όργανα της πολιτείας, πιθανώς να μπορεί να εφαρμοστεί αυτή η λύση. Άλλωστε, ο ίδιος ο πρόεδρος της Αττικό Μετρό, ο κ. Τσίτουρας, έχει εκφράσει την πρόθεσή του για τη δημιουργία μικρών ανοιχτών μουσείων στους σταθμούς του μετρό». Ο κ. Κωνσταντινίδης υποστήριξε ότι το πρόβλημα που είχε ανακύψει μετά την αποκάλυψη των αρχαιοτήτων ήταν αν υπάρχει η δυνατότητα λειτουργίας του σταθμού χωρίς αυτές να απομακρυνθούν. Υπενθύμισε ότι υπήρξε γνωμοδότηση του ΚΑΣ για τη μεταφορά και έκθεση των αρχαιοτήτων στο πρώην στρατόπεδο Παύλου Μελά «ή αλλού», διευκρινίζοντας ότι το «ή αλλού» θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο ίδιος ο σταθμός.
Θετική έκρινε την πρόταση του ΤΕΕ/ΤΚΜ και ο γ.γ. Δημοσίων Έργων Στράτος Σιμόπουλος, ο οποίος με ανακοίνωσή του, μετά την παρουσίαση, υποστήριξε ότι «από την πρώτη στιγμή που το θέμα ετέθη, πιστεύαμε ότι μια λύση που είχε ως προϋπόθεση την ολική απόσπαση και μερική επανατοποθέτηση θα μπορούσε να είναι τεχνικά βιώσιμη. Στις επόμενες ημέρες θα εξεταστεί το επιπλέον κόστος και η επιβάρυνση στον χρόνο παράδοσης του έργου από την υλοποίηση της συγκεκριμένης πρότασης». Ο κ. Σιμόπουλος υπογράμμισε ότι «αναμένουμε βέβαια και τη σχετική πρόταση της ομάδας εργασίας του ΑΠΘ, για την οποία επίσης θα τοποθετηθούμε».
Ο πρόεδρος του τμήματος Πολιτικών Μηχανικών του ΑΠΘ Χρήστος Αναγνωστόπουλος πάντως, απευθύνοντας χαιρετισμό στη χθεσινή εκδήλωση του ΤΕΕ/ΤΚΜ, είπε ότι και η αντίστοιχη έρευνα του Πανεπιστημίου καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα με εκείνο της Ομάδας Εργασίας του ΤΕΕ/ΤΚΜ. Δηλαδή, στην απομάκρυνση των αρχαίων, την κατασκευή του μετρό και την επανατοποθέτηση των αρχαίων. «Οι γνώμες του ΑΠΘ και του ΤΕΕ συγκλίνουν και αποδεικνύουν ότι υπάρχουν ρεαλιστικές λύσεις στο πρόβλημα», κατά τον κ. Αναγνωστόπουλο.

Η ομάδα εργασίας
Το ζήτημα του σταθμού «Βενιζέλου» του έργου του μετρό Θεσσαλονίκης ανέκυψε στις 15 Ιανουαρίου όταν το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (ΚΑΣ) έλαβε ομόφωνα την απόφαση οι αρχαιότητες που αποκαλύφθηκαν να μεταφερθούν στο πρώην στρατόπεδο «Παύλου Μελά» ή όπου αλλού, με σκοπό την προστασία και την ανάδειξή τους. Η μεταφορά, βάσει της απόφασης, αφορά το σύνολο του ευρήματος, ενιαία και όπως διαπιστώθηκε απαιτείται χώρος έκτασης τουλάχιστον 1.600 τ.μ. Οι αρχαιολόγοι αντέδρασαν και ζήτησαν να παραμείνουν οι αρχαιότητες, που περιλαμβάνουν τμήμα του μαρμαροστρωμένου δρόμου Decumanus (μήκους 75, πλάτους 5,50 μ.), αυτό που ονομάζεται «Μέση οδός» με τις αρματοτροχιές σε άριστη κατάσταση και τη διασταύρωσή του με το λιθόστρωτο δρόμο Cardo. Στο πλευρό τους τάχθηκαν επιστημονικοί, πολιτικοί, κοινωνικοί φορείς και η τοπική αυτοδιοίκηση. Το ΑΠΘ συνέστησε επιτροπή για να εξετάσει το ζήτημα, όπως έκανε και το ΤΕΕ/ΤΚΜ.
Τα μέλη της Ομάδας Εργασίας του ΤΕΕ/ΤΚΜ είναι τα εξής: Μιχάλης Γεωργιάδης (πολιτικός μηχανικός, καθηγητής Πολυτεχνικής ΑΠΘ), Νίκος Καλογήρου (αρχιτέκτων μηχανικός, καθηγητής Πολυτεχνικής ΑΠΘ), Βασίλης Κωνσταντινίδης (μηχανολόγος ηλεκτρολόγος μηχανικός, μελετητής δημοσίων έργων), Πάρις Μπίλλιας (πολιτικός μηχανικός, μέλος της διοικούσας επιτροπής του ΤΕΕ/ΤΚΜ), Παναγιώτης Παπαϊωάννου (αγρονόμος τοπογράφος, καθηγητής Πολυτεχνικής ΑΠΘ), Σωτήρης Πρέντζας (αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός, πρόεδρος Μόνιμης Επιτροπής Έργων Υποδομών του ΤΕΕ/ΤΚΜ), Ματούλα Σκαλτσά (καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης και Μουσειολογίας/Τμήμα Αρχιτεκτόνων ΑΠΘ) και Αριστοτέλης Τοκατλίδης (πολιτικός μηχανικός, πρόεδρος Συλλόγου Μελετητών Δημοσίων Έργων Κεντρικής Μακεδονίας).

 

Share/Bookmark
Leave a Comment