Το μετρό, τα αρχαία και ο κατήφορος

Αυγή, 03.03.2013

Του Στάθη Γκότση*

«Αν η Αρχαιολογική Υπηρεσία έχει ακόμη και σήμερα, στην εποχή της έντονης αμφισβήτησης της αξιοπιστίας της κρατικής μηχανής, ένα αξιοπρόσεκτο κύρος, αυτό οφείλεται στη λαμπρή της παράδοση. Μια παράδοση που τη διαμόρφωσαν αφοσιωμένα στο έργο τους στελέχη. Οι παλαιότεροι αρχαιολόγοι, δουλεύοντας χωρίς ωράριο, με απολαβές ισχνές, εργαζόμενοι κάτω από δύσκολες συνθήκες, με αυταπάρνηση, εντιμότητα και μακριά από λαδώματα και πειρασμούς για εύκολο κέρδος, έκτισαν στέρεα την Αρχαιολογική Υπηρεσία του κράτους. Και στα αχνάρια τους βαδίζουν και οι νεότεροι αρχαιολόγοι».

Οι επισημάνσεις του διαπρεπούς καθηγητή Κλασικής Αρχαιολογίας του ΑΠΘ Μιχάλη Τιβέριο, διατυπωμένες λίγα χρόνια πριν στο 4ο Συνέδριο του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων με τίτλο «Το μέλλον του παρελθόντος μας», μου ήρθαν ξανά στον νου με αφορμή τη δημόσια αντιπαράθεση για την τύχη των αρχαιοτήτων που αποκαλύφθηκαν κατά τις εργασίες κατασκευής του σταθμού μετρό στην πλατεία Βενιζέλου της Θεσσαλονίκης.

Δεν πρόκειται για ακόμη «κάποιες» αρχαιότητες από τις δεκάδες που ανευρίσκονται κατά τις εργασίες εκτέλεσης δημοσίων έργων ανά τη χώρα και «θυσιάζονται» στον βωμό του «κοινωφελούς έργου» ή αποσπώνται από τη θέση τους για να μεταφερθούν αλλού. Στη συγκεκριμένη ανασκαφή εντοπίστηκε με εντυπωσιακή πληρότητα η καρδιά της κοσμικής πόλης των βυζαντινών χρόνων: τμήμα μήκους 76 μ. του κεντρικού μαρμαροστρωμένου οδικού άξονα της πόλης (της Μέσης Οδού) σε πολύ καλή κατάσταση διατήρησης, η διασταύρωσή του με τον λιθόστρωτο δρόμο που οδηγούσε στο λιμάνι, κτηριακά λείψανα της πόλης του 6ου – 9ου αιώνα μ.Χ., αλλά και μεγάλα δημόσια οικοδομήματα του 7ου αιώνα, φαινόμενο σχεδόν μοναδικό για τον βυζαντινό κόσμο.

Η σπουδαία αυτή ανακάλυψη κινητοποιεί ήδη όχι μόνο τους αρχαιολόγους, αλλά και τις τοπικές αρχές, την επιστημονική κοινότητα και τους κατοίκους της πόλης στην κατεύθυνση της εξεύρεσης λύσεων για τη διατήρηση και ανάδειξη των αρχαιοτήτων στη θέση τους, για να αποκτήσει η Θεσσαλονίκη ένα διεθνούς ενδιαφέροντος δείγμα συνύπαρξης σύγχρονου έργου με σπάνιες αρχαιότητες που υπογραμμίζουν τη διαχρονία της πόλης.

Ωστόσο, η εξαιρετικά επιθετική στάση της εταιρείας Αττικό Μετρό, του μόνου παράγοντα που έχει πραγματικούς, δηλαδή οικονομικούς λόγους να απεύχεται μια τέτοια εξέλιξη, δυναμιτίζει έως τώρα κάθε προσπάθεια για εποικοδομητικό διάλογο. Δυστυχώς, η κινδυνολογική επιχειρηματολογία της εταιρείας, που συνοψίζεται στο απαρχαιωμένο δίλημμα «ή το μετρό, ή τα αρχαία» και επιχειρεί να διχάσει την πόλη, βρίσκει πρόσφορο έδαφος σε πολιτικά πρόσωπα που κατέχουν θέσεις ευθύνης. Ακόμη δυστυχέστερα, στο πλευρό της εταιρείας στέκεται ο καθηγητής και ακαδημαϊκός Μ. Τιβέριος, απέναντι στην Αρχαιολογική Υπηρεσία με «το αξιοπρόσεκτο κύρος» και τους αρχαιολόγους της που εργάζονται «με εντιμότητα και μακριά από λαδώματα και πειρασμούς για εύκολο κέρδος».

Το τελευταίο σημείο χρήζει περαιτέρω σχολιασμού. Όχι γιατί δεν δικαιούται ένας επιφανής πανεπιστημιακός να διατυπώνει δημόσια την επιστημονική γνώμη του, ακόμη και αν είναι αντίθετη με την κυρίαρχη στο «συνάφι» του. Κάθε άλλο.

Στην περίπτωση που εξετάζουμε, ωστόσο, γεννώνται αρκετά ερωτηματικά. Ο καθηγητής Τιβέριος είναι από χρόνια διαπρύσιος υπερασπιστής της ανάγκης διαχωρισμού των αρχαιολογικών ειδικοτήτων (προϊστορικών/κλασικών και βυζαντινών). Στο άρθρο του στο “Βήμα” (στο οποίο είναι τακτικός αρθρογράφος), με τίτλο «Η κατρακύλα…» (18/11/2012) σημειώνει πως «τα αρχαία δεν έχουν φωνή και η ανεπιτυχής διαχείρισή τους έχει συνέπειες οι οποίες δεν είναι άμεσα ορατές». Καυτηριάζει δε την απόφαση να τοποθετηθεί προσωρινά ως προϊστάμενος του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου ένας βυζαντινός αρχαιολόγος και όχι ένας προϊστορικός ή κλασικός. Ανεξάρτητα με το αν συμφωνεί ή όχι κανείς με αυτήν την άποψη, γεννάται το ερώτημα: Πώς δέχτηκε ο κ. Τιβέριος, κλασικός αρχαιολόγος ων, να γνωμοδοτεί για βυζαντινές αρχαιότητες; Δεν θα ήταν συνεπέστερο με την άποψή του να παραπέμψει το θέμα σε κάποιον βυζαντινολόγο ακαδημαϊκό ή συνάδελφό του στο ΑΠΘ; Μήπως, όμως, οι προαναφερθέντες, όπως άλλωστε και το Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών του ΑΠΘ, έχουν συνταχθεί με την άποψη της 9ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων περί διατήρησης των συγκεκριμένων αρχαιοτήτων κατά χώραν και σε συνύπαρξη με τον σταθμό του Μετρό;

Ερωτήματα γεννούν και οι δηλώσεις του στις 12/2/2013 (συνέντευξη Τύπου της Αττικό Μετρό): «Βεβαιώθηκα μέσα μου ότι δεν υπάρχει καμία άλλη λύση παρά η μεταφορά όλων των αρχαιοτήτων (…). Κάτω από αυτές τις αρχαιότητες πιθανότατα υπάρχουν και άλλες αρχαιότητες (…), επομένως με την απόσπασή τους και την τοποθέτησή τους κάπου αλλού (…) θα μπορούμε να δούμε όλες τις φάσεις της πόλης». Προφανώς πείστηκε αποκλειστικά από τους τεχνικούς της Αττικό Μετρό, αφού κανείς άλλος (λ.χ. το ΤΕΕ ή τα σχετικά με το θέμα πανεπιστημιακά τμήματα) δεν έχει μέχρι σήμερα καν πρόσβαση στα τεχνικά στοιχεία του έργου. Και αρκεί αυτή η βεβαιότητα για να αγνοηθούν οι διεθνείς συμβάσεις προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, που ορίζουν πως παρόμοιες αρχαιότητες είναι «αμετακίνητες»; «Ο ίδιος ο χαρακτήρας του μνημείου», τονίζει το Ελληνικό Τμήμα του Διεθνούς Συμβουλίου Μνημείων και Τοποθεσιών (ICOMOS), «καθιστά απαγορευτική τη μετακίνησή του, δεδομένου ότι η λειτουργία μιας αρχαίας οδού είναι συγκεκριμένη και κυρίως άμεσα εξαρτώμενη και αλληλένδετη με τον χώρο στον οποίο βρίσκεται». Πέραν αυτού, είναι δυνατόν εν έτει 2013 η εύλογη επιστημονική περιέργεια (ιδιαίτερα ενός κλασικού αρχαιολόγου) για τα τυχόν προγενέστερα αρχαιολογικά κατάλοιπα να προβάλεται ως επιχείρημα για τη μεταφορά ενός μοναδικού και «αμετακίνητου» βυζαντινού μνημείου, ειδικά σε μια πόλη που άκμασε ακριβώς τη βυζαντινή περίοδο;

«Αν υπήρχε το θαλάσσιο τείχος που το 1870 κατεδάφισαν οι Τούρκοι, θα το αφήναμε και θα πεθαίναμε από αρρώστιες; Είναι τα αρχαία πάνω απ’ όλα;» (“Αγγελιοφόρος”, 17/2/2013). Άλλη μία δήλωση του κ. Τιβέριου, που είναι και σύμβουλος της Αττικό Μετρό, δεν προκαλεί απλώς ερωτηματικά, αλλά και τρόμο. Πώς γίνεται να αναπαράγεται σήμερα με τόση ευκολία η κινδυνολογική επικοινωνιακή ρητορική του Σαμπρί Πασά, όταν οι μελετητές της πολεοδομικής εξέλιξης της Θεσσαλονίκης έχουν δείξει πως η κατεδάφιση του θαλάσσιου τείχους υπαγορεύτηκε κυρίως από οικονομικούς λόγους και εντάσσεται στο πλαίσιο του συνολικού εξευρωπαϊστικού εγχειρήματος της οθωμανικής διοίκησης; Κι αν πράγματι τα θαλάσσια τείχη είχαν παραμείνει μέχρι σήμερα όρθια, θα υπήρχε κάποια περίπτωση στ’ αλήθεια να προταθεί να κατεδαφιστούν ή να μεταφερθούν κάπου αλλού; Θέλω να ελπίζω πως όχι.

Φοβούμαι, τέλος, πως το ερώτημα «Είναι τα αρχαία πάνω από όλα;» στέλνει τον όποιο προβληματισμό για τη διαχείριση των αρχαιοτήτων πολλά χρόνια πίσω. Σήμερα, όλη η σχετική διεθνής συζήτηση και οι ακολουθούμενες πρακτικές τείνουν ακριβώς στην υπέρβαση του διλήμματος «ή οι σύγχρονες ανάγκες, ή τα αρχαία». Ακριβώς γιατί ενδιαφέρει πρωτίστως η συνύπαρξη των δύο, η ένταξη του μνημειακού πλούτου στη ζωή των σημερινών πόλεων. Νομίζω πως και στην περίπτωση των αρχαιοτήτων που βρέθηκαν στη Θεσσαλονίκη είναι εφικτός ένας περισσότερο εμπεριστατωμένος, επικαιροποιημένος και αποτελεσματικός διάλογος. Το αξίζουν όχι βεβαίως τα αρχαία από μόνα τους, αλλά η ίδια η πόλη και οι κάτοικοί της.

* Ο Στάθης Γκότσης είναι ιστορικός

 

Share/Bookmark
Leave a Comment